Απόφραξη της δακρυικής αποχέτευσης

Πολλές φορές η αποχέτευση των δακρύων δεν είναι εντελώς ανοικτή κατά τη γέννηση. Το φαινόμενο μάλιστα είναι τόσο συχνό, που η απόφραξη τους πρώτες μήνες της ζωής θεωρείται σχεδόν φυσιολογική

Πολλές φορές η αποχέτευση των δακρύων δεν είναι εντελώς ανοικτή κατά τη γέννηση. Το φαινόμενο μάλιστα είναι τόσο συχνό, που η απόφραξη τους πρώτες μήνες της ζωής θεωρείται σχεδόν φυσιολογική. Το εμπόδιο είναι συνήθως μια λεπτή μεμβράνη στο τέλος της δακρυικής οδού, λίγο πριν από την εκβολή της στη μύτη, αλλά μπορεί να βρίσκεται σε οποιοδήποτε ύψος.

Η απόφραξη έχει ως αποτέλεσμα τα δάκρυα να μην αποχετεύονται και να χύνονται από το μάτι στα μάγουλα του παιδιού προκαλώντας ενόχληση και ερεθισμούς. Η όραση δυσκολεύει από τα δάκρυα που λιμνάζουν στα μάτια, αλλά η φυσιολογική ανάπτυξή της δεν φαίνεται να επηρεάζεται.

Τα δάκρυα, παρότι φαίνονται λεπτόρρευστα, περιέχουν και μια ποσότητα βλέννας. Αν το υδαρές στοιχείο τους εξατμιστεί, η βλέννα παραμένει στις βλεφαρίδες και τα βλέφαρα του παιδιού κολλάνε μεταξύ τους, ιδίως το πρωί. Η στάση αυτή των δακρύων και της βλέννας ευνοεί την ανάπτυξη μικροβίων. Τέτοιες λοιμώξεις εκδηλώνονται με οίδημα και ερυθρότητα των βλεφάρων, αλλά σπάνια είναι σοβαρές.

Η δακρύρροια φαίνεται να χειροτερεύει, αν το παιδί έχει κρυολογήσει. Το οίδημα των ιστών γύρω από τη μύτη, που συνοδεύει το κρυολόγημα, προκαλεί επιπλέον πίεση και απόφραξη της δακρυικής αποχέτευσης, με αποτέλεσμα την επιδείνωση της δακρύρροιας.


Δακρυοκυστίτιδα
Η λοίμωξη του δακρυικού ασκού (του ευρέος τμήματος της αποχέτευσης σύστοιχα με τη ρίζα της μύτης) λέγεται δακρυοκυστίτιδα και εκδηλώνεται με έντονη δακρύρροια, τσίμπλες, οίδημα, ερυθρότητα και ευαισθησία στην περιοχή.

Μπορεί να συμβεί σε όλες τις ηλικίες, αλλά τα βρέφη είναι πιο επιρρεπή, επειδή η ανάπτυξη του δακρυικού τους συστήματος δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Η θεραπεία συνίσταται σε ένα απαλό μασάζ στην περιοχή μεταξύ ματιού και μύτης, για να βοηθηθεί το άνοιγμα του πόρου, παράλληλα με αντιβιοτικές σταγόνες ή αλοιφές.

Ορισμένες φορές, κατά τη γέννηση ή λίγες μέρες μετά, είναι ορατό ένα μπλεδίζον «φούσκωμα» από τη μια πλευρά της ρίζας της μύτης. Αυτό είναι ο δακρυικός ασκός, που έχει γεμίσει βλέννα λόγω απόφραξης του ρινοδακρυικού πόρου. Η κατάσταση αυτή προδιαθέτει για την ανάπτυξη δακρυοκυστίτιδας, αλλά μπορεί να έχει και άλλες δυσμενέστερες συνέπειες, όπως να δυσκολέψει την αναπνοή του νεογνού, οπότε και χρειάζεται χειρουργική αντιμετώπιση.


Αντιμετώπιση της απόφραξης της δακρυικής αποχέτευσης
Η αντιμετώπιση μιας απόφραξης στη δακρυική αποχέτευση εξαρτάται από την ηλικία του παιδιού και τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων. Στη βρεφική ηλικία οι αποφράξεις έχουν γενικά μια τάση βελτίωσης, οπότε πολλοί οφθαλμίατροι προτιμούν να περιμένουν, πριν προχωρήσουν σε χειρουργικές παρεμβάσεις.

Μάλαξη του δακρυικού ασκού: Η τεχνική είναι ιδιαίτερα απλή και εφαρμόζεται από τους γονείς στο σπίτι. Αρχικά πιέζουμε απαλά με τον δείκτη του χεριού μας στην περιοχή μεταξύ του ματιού και της ρίζας της μύτης και στη συνέχεια αρχίζουμε απαλές κυκλικές κινήσεις (μασάζ) για αρκετά δευτερόλεπτα. Αυτό επαναλαμβάνεται τουλάχιστον 2 φορές το 24ωρο. Κατά την εκτέλεση του χειρισμού το υλικό που είναι εγκλωβισμένο στον δακρυικό ασκό μπορεί να βγει από τα δακρυικά σημεία, οπότε και πρέπει να το σκουπίσουμε προσεκτικά. Ορισμένες φορές το μασάζ στην περιοχή μπορεί ακόμη και να σπάσει τη μεμβράνη που προκάλεσε την απόφραξη και το πρόβλημα να λυθεί αμέσως.

Αντιβιοτικά: Αντιβιοτικά κολλύρια και αλοιφές χρησιμοποιούνται για να ελέγξουν τη λοίμωξη και να μειώσουν την παραγωγή της βλέννας, αλλά δεν αποτελούν θεραπεία για αυτή καθαυτή την απόφραξη. Ένδειξη χορήγησης έχουν μόνο όταν τα βλέφαρα είναι ιδιαίτερα κόκκινα και οιδηματώδη ή οι εκκρίσεις είναι πολλές. Σε αντίθετη περίπτωση δεν πρέπει να χορηγούνται, μια και τα ίδια τα αντιβιοτικά μπορούν να προκαλέσουν ερεθισμό.

Καθετηριασμός των δακρυικών πόρων: Πρόκειται για μια απλή και αποτελεσματική διαδικασία. Στα μικρά βρέφη μπορεί να γίνει στο ιατρείο και χωρίς αναισθησία, αλλά σε μεγαλύτερα παιδιά χρειάζεται αναισθησία και συνθήκες χειρουργείου.

Ένας ειδικός πολύ λεπτός καθετήρας εισέρχεται από το δακρυικό σημείο στον δακρυικό πόρο, με σκοπό να σπάσει τη μεμβράνη που προκάλεσε την απόφραξη. Το άκρο του καθετήρα είναι αμβλύ και σε καμία χρονική στιγμή δεν τρυπάμε ή κόβουμε το δέρμα του παιδιού. Μετά τη διάνοιξη της απόφραξης ένα χρωματιστό υγρό χορηγείται από το δακρυικό σημείο και αναρροφάται από τη μύτη ως επιβεβαίωση της βατότητας του δακρυικού συστήματος.

Η όλη διαδικασία κρατά λίγα λεπτά και οι επιπλοκές είναι πολύ σπάνιες. Το παιδί, μόλις ξυπνήσει από την αναισθησία, είναι έτοιμο να επιστρέψει στο σπίτι του.

Τα ποσοστά επιτυχίας είναι υψηλά, αλλά για διάφορους λόγους ένα 10% μπορεί να χρειαστεί επανάληψη ή και κάποια επιπλέον χειρουργική παρέμβαση στη ρινική κοιλότητα. Συνήθως οι περιπτώσεις που αποτυγχάνουν είναι παιδιά που καθετηριάστηκαν αρκετά μετά τη συμπλήρωση του πρώτου χρόνου της ζωής τους. Αν μετά από 2-3 καθετηριασμούς δεν λυθεί η απόφραξη, μπορεί να τοποθετηθούν στον δακρυικό πόρο και για μερικούς μήνες ειδικά λεπτά σωληνάκια από σιλικόνη. Συνήθως ο πόρος παραμένει ανοικτός και μετά την αφαίρεσή τους.

Αν αποτύχει και αυτή η μέθοδος, τότε καταφεύγουμε στη χειρουργική διάνοιξη επικοινωνίας μεταξύ του δακρυικού ασκού και της ρινικής κοιλότητας παρακάμπτοντας τον ρινοδακρυικό πόρο. Η επέμβαση αυτή λέγεται δακρυοασκορρινοστομία και η προσπέλαση γίνεται από τη μύτη με ειδικό ενδοσκόπιο. Ευτυχώς είναι εξαιρετικά σπάνιο παιδιά να χρειαστούν αυτή την επέμβαση.