Υπερμετρωπία είναι η διαθλαστική ανωμαλία, όπου το παιδί δεν μπορεί να δει καθαρά τα αντικείμενα που βρίσκονται κοντά του. Συχνά αναφέρεται ως το αντίθετο της μυωπίας, αλλά τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, διότι παιδιά με υπερμετρωπία μπορεί να μη βλέπουν καλά ούτε μακριά.

Στην υπερμετρωπία το είδωλο του μακρινού αντικειμένου, που προσπαθούμε να δούμε, δεν εστιάζεται πάνω στον αμφιβληστροειδή, ώστε να έχουμε καθαρή εικόνα, αλλά πίσω από αυτόν. Αυτό μπορεί να συμβαίνει είτε γιατί το σύστημα των διαθλαστικών μέσων του ματιού δεν έχει επαρκή ισχύ, είτε γιατί η προσθιοπίσθια διάμετρος του βολβού του ματιού είναι πιο μικρή.

Η εξέλιξη της υπερμετρωπίας

Επειδή ο προσθιοπίσθιος άξονας του ματιού είναι ούτως ή άλλως μικρός στη νεογνική και στην παιδική ηλικία, η υπερμετρωπία μέχρις ενός σημείου θεωρείται φυσιολογική ή έστω αναμενόμενη.
Η πορεία της υπερμετρωπίας είναι προδιαγεγραμμένη, με την έννοια ότι, όσο το παιδί μεγαλώνει, τόσο θα μεγαλώνει και το μάτι του και η ανωμαλία προοδευτικά θα μειώνεται. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η τελική κατάληξη θα είναι ένα εμμετρωπικό (φυσιολογικό) μάτι. Μπορεί κάποιος βαθμός υπερμετρωπίας να παραμείνει, ή ακόμη (μετά από κάποιο στάδιο εμμετρωπίας) το μάτι να γίνει μυωπικό.
Γενικά η υπερμετρωπία μπορεί να αυξηθεί λίγο μέχρι τον 6ο ή 7ο χρόνο της ζωής, αλλά από εκεί και πέρα θα μειώνεται συνεχώς, μέχρι το τέλος της εφηβείας όπου και ολοκληρώνεται η ανάπτυξη του παιδιού.

Προσαρμογή και σύγκλιση
Για την καλύτερη κατανόηση της υπερμετρωπίας αλλά και τη σχέση που μπορεί να έχει με τον στραβισμό, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε δύο βασικές λειτουργίες της όρασης, την προσαρμογή και τη σύγκλιση.

Προσαρμογή είναι η ικανότητα του ματιού να εστιάζει σε διάφορες αποστάσεις, από το άπειρο μέχρι αρκετά κοντά. Το εύρος της προσαρμογής είναι πολύ μεγάλο στα παιδιά και ένα φυσιολογικό παιδί ή ένα παιδί σωστά διορθωμένο με γυαλιά μπορεί να δει πρακτικά σε όλες τις αποστάσεις.

Στους ενήλικες η ικανότητα προσαρμογής μειώνεται ολοένα και περισσότερο. Όταν η απώλεια γίνει τόσο μεγάλη, ώστε να δημιουργεί προβλήματα στην καθημερινή μας ζωή (όταν π.χ. δυσκολευόμαστε να διαβάσουμε ένα βιβλίο), τότε μιλάμε για πρεσβυωπία.

Η προσαρμογή επιτυγχάνεται χάρη στον ακτινωτό μυ, ένα δακτυλιοειδή μυ που περιβάλλει τον φακό του ματιού. Η σύσπαση του ακτινωτού μυός πιέζει τον ευένδοτο κρυσταλλοειδή φακό και αλλάζει το σχήμα του κάνοντάς τον παχύτερο. Ο παχύτερος φακός έχει μεγαλύτερη διαθλαστική δύναμη και μπορεί να εστιάσει καλύτερα σε αντικείμενα που βρίσκονται πιο κοντά. Όταν ο ακτινωτός μυς χαλαρώσει, ο φακός γίνεται πιο λεπτός, με μικρότερη διαθλαστική δύναμη και ιδανικά εστιάζει στο άπειρο.

Ο φακός του ματιού (γαλάζιο) υπό την επίδραση του ακτινωτού μυός γίνεται παχύτερος και η αυξημένη δύναμή του επιτρέπει την εστίαση σε κοντινά αντικείμενα

Η προσαρμογή όμως δεν αρκεί από μόνη της, όταν θέλουμε να δούμε ένα αντικείμενο που βρίσκεται κοντά μας.
Όταν εστιάζουμε μακριά, τα δύο μάτια έχουν πρακτικά παράλληλους άξονες. Όταν όμως πρέπει να εστιάσουμε σε ένα κοντινό αντικείμενο, που βρίσκεται μπροστά μας, οι οπτικοί άξονες δεν μπορούν να παραμείνουν παράλληλοι, αλλά πρέπει να συγκλίνουν προς το αντικείμενο. Αυτό επιτυγχάνεται με στροφή των ματιών προς τα έσω (προς τη μύτη) φαινόμενο που ονομάζεται σύγκλιση.

Μονάδα μέτρησης της σύγκλισης είναι η πρισματική διοπτρία (Δ).

Το ποσό της σύγκλισης (της προς τα έσω στροφής των ματιών) που οφείλεται αποκλειστικά στην προσαρμογή καλείται προσαρμοστική σύγκλιση.

Το πηλίκο προσαρμοστικής σύγκλισης και προσαρμογής
Το πηλίκο ΠΣ/Π, δηλαδή το ποσό της προσαρμοστικής σύγκλισης ανά διοπτρία προσαρμογής, κυμαίνεται από 3:1 ως 5:1 και είναι για τους περισσότερους ανθρώπους σταθερό.
 Το πηλίκο ΠΣ/Π είναι υπεύθυνο για τυχόν μεταβολές της γωνίας του στραβισμού, ανάλογα με την απόσταση που εστιάζει ο ασθενής.
Ένα υψηλό πηλίκο ΠΣ/Π μπορεί να εξηγήσει γιατί ένα παιδί ορθοφορεί (δεν στραβίζει), όταν κοιτάζει μακριά, αλλά εμφανίζει συγκλίνοντα στραβισμό (στραβίζει προς τα έσω), όταν εστιάζει κοντά.

Τα υπερμετρωπικά γυαλιά
Αντίθετα από τη μυωπία, η διόρθωση της υπερμετρωπίας απαιτεί φακούς, που είναι παχύτεροι στο κέντρο και λεπτότεροι στην περιφέρεια (αμφίκυρτοι). Όπως και στην περίπτωση της μυωπίας, τα γυαλιά της υπερμετρωπίας δεν αποτελούν θεραπεία ή μόνιμη αντιμετώπιση, η αναγκαιότητα όμως της καθημερινής τους χρήσης είναι διαφορετική.

Ένα παιδί με μικρού ή μετρίου βαθμού υπερμετρωπία μπορεί να είναι σε θέση να εστιάσει σε ένα αντικείμενο και χωρίς να φοράει γυαλιά, χάρη στα μεγάλα αποθέματα προσαρμοστικής δύναμης που διαθέτει. Επειδή, όπως αναφέραμε προηγουμένως, υπεύθυνοι για την προσαρμογή είναι οι ακτινωτοί μύες, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα επέρχεται κόπωση αυτών των μυών και το παιδί εμφανίζει συμπτώματα κοπιωπίας όπως ζάλη, θόλωση της όρασης ή πονοκέφαλο. Έτσι τα υπερμετρωπικά γυαλιά δεν βοηθάνε μόνο το παιδί να δει καθαρότερα, αλλά συμβάλλουν και στο να αισθάνεται καλύτερα.

Ένα ζήτημα που ανακύπτει με τα υπερμετρωπικά γυαλιά, ιδιαίτερα αν είναι ισχυρά, είναι ότι λειτουργούν σαν μεγεθυντικοί φακοί και τα μάτια του παιδιού φαίνονται μεγαλύτερα, προκαλώντας ορισμένες φορές πειράγματα από τους συμμαθητές του στο σχολείο, κάτι που μπορεί να επηρεάσει την ψυχολογία του παιδιού. Στη συχνή ερώτηση των γονέων αν το παιδί θα μπορούσε να αντικαταστήσει τα γυαλιά με φακούς επαφής, η απάντηση εξατομικεύεται και έχει να κάνει με τον βαθμό υπευθυνότητας που επιδεικνύει το παιδί.




« Επιστροφή
Λεωφ. Βουλιαγμένης 45
166 75 Γλυφάδα