Στον αστιγματισμό η διαθλαστική δύναμη του ματιού δεν είναι η ίδια σε όλους τους άξονες, με αποτέλεσμα παραμόρφωση που επηρεάζει τόσο την κοντινή όσο και τη μακρινή όραση.

Συνήθως οφείλεται σε διαταραχές του σχήματος του κερατοειδούς και σπανιότερα του φακού.

Ο αστιγματισμός παραμένει γενικά σταθερός κατά τη διάρκεια τη ζωής. Οποιαδήποτε σημαντική μεταβολή στον τύπο ή τους βαθμούς μπορεί να υποκρύπτει κάποια άλλη σοβαρότερη νόσο και πρέπει να διερευνάται προσεκτικά.

Τα συμπτώματα του αστιγματισμού περιλαμβάνουν θόλωση της όρασης και γρήγορη κόπωση των ματιών σε εργασίες που απαιτούν συγκέντρωση, όπως ανάγνωση, οδήγηση, χρήση υπολογιστή κλπ.

Η αντιμετώπιση γίνεται με τη χρήση γυαλιών ή ειδικών φακών επαφής, ή με διαθλαστική επέμβαση.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι βαθμοί του αστιγματισμού είναι υψηλοί, είναι δυνατόν ο οφθαλμίατρος να μη χορηγήσει την πλήρη διόρθωση του αστιγματισμού, ιδιαίτερα αν ο ασθενής δεν έχει ξαναχρησιμοποιήσει αστιγματικούς φακούς. Ο λόγος είναι ότι, παρόλο που με τη χορήγηση όλων των βαθμών για κάθε μάτι χωριστά επιτυγχάνεται η καλύτερη δυνατή οξύτητα, στην πράξη δημιουργείται ανισοεικονία, η οποία μπορεί να μην είναι ανεκτή από τον ασθενή.

 

Λεωφ. Βουλιαγμένης 45
166 75 Γλυφάδα